|
Είναι τρεις τα ξημερώματα
το σκοτάδι μου μετρώ
που χαθήκανε οι αγάπες μου
πόσο αργεί το πρωινό
Λες κι ο χρόνος ξεγελάστηκε
ως κι η ώρα δεν περνά
κάπου ο ήλιος θα ξεχάστηκε
κι έπαψε να προχωρά
Τρέχουν μέσα μου χιλιόμετρα
δρόμοι δίχως γυρισμό
τη ζωή μου εγώ ταξίδεψα
μ’ ένα γέλιο, ένα λυγμό
Ένα αστέρι χαμογέλασε
στο βυθό του ουρανού
το δικό σου ωραίο πρόσωπο
ή το ασήμι του κενού
καρδιά μου
Σβήνει ο κόσμος κι ανασταίνεται
σαν παιδιού αναπνοή
την αγάπη ονειρεύεται
κι ύστερα μετανοεί
Μαύρο φως της αγάπης, μαύρο φως
|
Ine tris ta ksimerómata
to skotádi mu metró
pu chathíkane i agápes mu
póso argi to prinó
Les ki o chrónos ksegelástike
os ki i óra den perná
kápu o ílios tha ksechástike
ki épapse na prochorá
Tréchun mésa mu chiliómetra
drómi díchos girismó
ti zoí mu egó taksídepsa
m’ éna gélio, éna ligmó
Έna astéri chamogélase
sto vithó tu uranu
to dikó su oreo prósopo
í to asími tu kenu
kardiá mu
Svíni o kósmos ki anastenete
san pediu anapnoí
tin agápi onirevete
ki ístera metanoi
Mavro fos tis agápis, mavro fos
|