|
Τι πάθος ατελείωτο
που είναι το δικό μου,
όλοι να θέλουν τη ζωή
κι εγώ το θάνατό μου
Απελπίστηκα, μανούλα μου,
να υποφέρω,
κουράστηκα μες στη ζωή
τον Χάρο να γυρεύω
Όσο είναι η νύχτα σκοτεινή
έτσι `ναι κι η καρδιά μου
και σαν τη σιγανή βροχή
τρέχουν τα δάκρυά μου
Απελπίστηκα, μανούλα μου,
να υποφέρω,
κουράστηκα μες στη ζωή
τον Χάρο να γυρεύω
Θα πά’ να εύρω μια σπηλιά
με πέτρες και με χώμα,
εκεί θ’ αφήσω κόκαλα,
ζωή, ψυχή και σώμα
|
Ti páthos atelioto
pu ine to dikó mu,
óli na thélun ti zoí
ki egó to thánató mu
Apelpístika, manula mu,
na ipoféro,
kurástika mes sti zoí
ton Cháro na girevo
Όso ine i níchta skotiní
étsi `ne ki i kardiá mu
ke san ti siganí vrochí
tréchun ta dákriá mu
Apelpístika, manula mu,
na ipoféro,
kurástika mes sti zoí
ton Cháro na girevo
Tha pá’ na evro mia spiliá
me pétres ke me chóma,
eki th’ afíso kókala,
zoí, psichí ke sóma
|