|
Κάπου κάπου σε θυμάμαι και ματώνω
κάπου κάπου σε θυμάμαι και πονώ
Το σπίτι βουβό, έρημο και μόνο
με τον έρωτά μας ναυαγό
Θυμάμαι κι όλα ζωντανεύουνε μπροστά μου
σ’ αγγίζω, σε κοιτάζω, σου μιλώ
Και τρέμει ο κόσμος, και χωρά στην κάμαρά μου
και πάλι απ’ την αρχή σε αγαπώ
Κάπου κάπου σε θυμάμαι όταν βρέχει
κάπου κάπου πιο πολύ μελαγχολώ
Βροχούλα κι εγώ στο τζάμι που τρέχει
και δε θέλω άνθρωπο να δω
|
Kápu kápu se thimáme ke matóno
kápu kápu se thimáme ke ponó
To spíti vuvó, érimo ke móno
me ton érotá mas nafagó
Thimáme ki óla zontanevune brostá mu
s’ angizo, se kitázo, su miló
Ke trémi o kósmos, ke chorá stin kámará mu
ke páli ap’ tin archí se agapó
Kápu kápu se thimáme ótan vréchi
kápu kápu pio polí melagcholó
Orochula ki egó sto tzámi pu tréchi
ke de thélo ánthropo na do
|