|
Ένα παλιό ψαράδικο τα κύματα αφρίζει,
το πλήρωμά του αλλόκοτο κι ο καπετάνιος βρίζει,
το πλήρωμά του αλλόκοτο κι ο καπετάνιος βρίζει.
Απάνω στην κουβέρτα του τα δίχτυα μαζεμένα,
και μέσα στο αμπάρι του, μπουζούκια σκεβρωμένα,
και μέσα στο αμπάρι του, μπουζούκια σκεβρωμένα.
Του Ζέππου το παλιό σκαρί ξανά τους ταξιδεύει
και με τραγούδια λαϊκά στα κύματα χορεύει,
και με τραγούδια λαϊκά στα κύματα χορεύει.
Απάνω στην κουβέρτα του τα δίχτυα μαζεμένα,
και μέσα στο αμπάρι του, μπουζούκια σκεβρωμένα,
και μέσα στο αμπάρι του, μπουζούκια σκεβρωμένα.
|
Έna palió psarádiko ta kímata afrízi,
to plíromá tu allókoto ki o kapetánios vrízi,
to plíromá tu allókoto ki o kapetánios vrízi.
Apáno stin kuvérta tu ta díchtia mazeména,
ke mésa sto abári tu, buzukia skevroména,
ke mésa sto abári tu, buzukia skevroména.
Tu Zéppu to palió skarí ksaná tus taksidevi
ke me tragudia laiká sta kímata chorevi,
ke me tragudia laiká sta kímata chorevi.
Apáno stin kuvérta tu ta díchtia mazeména,
ke mésa sto abári tu, buzukia skevroména,
ke mésa sto abári tu, buzukia skevroména.
|