|
Ο διαστημάνθρωπος μου γνέφει:
«Δυο λέξεις έχω να σου πω.
Έρχομαι, μου ‘πε, απ’ άλλο κόσμο εδώ.
Το σκάφος μου είναι κομμάτια,
νεκροί κι οι τρεις μου σύντροφοι».
Κι αργά, όπως έβγαζε την κάσκα εκεί…
Οι άγγελοι σαν να ξανάρθαν,
να ‘ρθαν να ζήσουμε στη Γη.
Τόση ομορφιά δεν εξανάδα
σ’ ολόκληρή μου τη ζωή!
Την εκοιτούσα σαστισμένος,
Της είπα «είμαι μουσικός».
Θέλησα τόσο ένα φιλί της, ο κουτός.
Σαν να μου διάβασε τη σκέψη,
Προχώρησε ολόισια εμπρός.
Με φίλησε γλυκά στα χείλη, ωωω
|
O diastimánthropos mu gnéfi:
«Dio léksis écho na su po.
Έrchome, mu ‘pe, ap’ állo kósmo edó.
To skáfos mu ine kommátia,
nekri ki i tris mu síntrofi».
Ki argá, ópos évgaze tin káska eki…
I ángeli san na ksanárthan,
na ‘rthan na zísume sti Gi.
Tósi omorfiá den eksanáda
s’ olóklirí mu ti zoí!
Tin ekitusa sastisménos,
Tis ipa «ime musikós».
Thélisa tóso éna filí tis, o kutós.
San na mu diávase ti sképsi,
Prochórise olóisia ebrós.
Me fílise gliká sta chili, ooo
|