|
Γιατί, γιατί;
Αυτό το πρόσωπο, τα μάτια φταίν’ γιατί;
Γιατί, γιατί;
Πώς με κατάντησαν την άνοιξη αυτή.
Πως με κατάντησε η αγάπη
κι αυτή η άνοιξη, γιατί;
Με πάει αλλού
από των φίλων μου την γιορτή.
Κι αναστενάζω σαν παιδάκι
κι αφήνω πίσω την ακτή
γαλάζιο γύρω μου αεράκι
κι εγώ να κλαίω στην κουπαστή.
Πες μου γιατί;
Πως με κατάντησε η αγάπη
μέσα στο αίμα περπατώ,
σε σένα έρχομαι
σε σένανε χρωστώ.
Πρώτη μου σκέψη όταν ξυπνήσω
και τελευταία πριν κοιμηθώ,
απ’ το σημάδι σου ποτέ
μη γιατρευτώ.
|
Giatí, giatí;
Aftó to prósopo, ta mátia ften’ giatí;
Giatí, giatí;
Pós me katántisan tin ániksi aftí.
Pos me katántise i agápi
ki aftí i ániksi, giatí;
Me pái allu
apó ton fílon mu tin giortí.
Ki anastenázo san pedáki
ki afíno píso tin aktí
galázio giro mu aeráki
ki egó na kleo stin kupastí.
Pes mu giatí;
Pos me katántise i agápi
mésa sto ema perpató,
se séna érchome
se sénane chrostó.
Próti mu sképsi ótan ksipníso
ke teleftea prin kimithó,
ap’ to simádi su poté
mi giatreftó.
|