|
Με χτυπάει η φτώχεια κι ο βοριάς
και η απιστία μιας καρδιάς,
φεύγω σαν αλήτης πια στη γη, ωωωωω
στα τυφλά τραβώ και όπου βγει.
Σπίτι και αδέρφια δεν κοιτώ
κι ό,τι αγαπούσα παρατώ,
φεύγω μες στην έρημη βραδιά, ωωωωω
μόνος με τ’ αστέρια συντροφιά.
Μ’ έκανε αλήτη μια σκληρή.
Μια διπρόσωπη, μια πονηρή
κι αν ζωή ν’ αλλάξω προσπαθώ, ωωωωω
με τραβάει ο δρόμος πριν σταθώ.
|
Me chtipái i ftóchia ki o voriás
ke i apistía mias kardiás,
fevgo san alítis pia sti gi, ooooo
sta tiflá travó ke ópu vgi.
Spíti ke adérfia den kitó
ki ó,ti agapusa parató,
fevgo mes stin érimi vradiá, ooooo
mónos me t’ astéria sintrofiá.
M’ ékane alíti mia sklirí.
Mia diprósopi, mia ponirí
ki an zoí n’ allákso prospathó, ooooo
me travái o drómos prin stathó.
|