|
Έχω κάποιο μεράκι μ’ ένα απλό τραγουδάκι,
σαν παιδί λυπημένο όταν το λες,
να ξυπνάει πεινασμένο το παλιό μου σαράκι
και να τρώει τις καινούργιες μου τις χαρές.
Δεν τον ξανάδα ποτέ μου, της μοίρας του ανέμου,
τον άρπαξε, το χέρι, τον έστειλε μακριά,
ζεστά τον φίλησα μόνο, με πάθος, με πόνο
και χάθηκε από τότε για παντοτινά.
Έχω ένα μεράκι μ’ αυτό το τραγουδάκι,
πίνω γλυκό φαρμάκι σαν μου το λες,
πίνω γλυκό φαρμάκι σαν μου το λες.
|
Έcho kápio meráki m’ éna apló tragudáki,
san pedí lipiméno ótan to les,
na ksipnái pinasméno to palió mu saráki
ke na trói tis kenurgies mu tis charés.
Den ton ksanáda poté mu, tis miras tu anému,
ton árpakse, to chéri, ton éstile makriá,
zestá ton fílisa móno, me páthos, me póno
ke cháthike apó tóte gia pantotiná.
Έcho éna meráki m’ aftó to tragudáki,
píno glikó farmáki san mu to les,
píno glikó farmáki san mu to les.
|