|
Μες στης Πεντέλης τα βουνά
στα πεύκα τριγυρίζω
τον Χάρο ψάχνω για να βρω μανούλα μου
μα δεν τον εγνωρίζω
Ένα γλυκό ξημέρωμα
τον Χάρο ανταμώνω
μες της Πεντέλης τα βουνά μανούλα μου
και του μιλώ με πόνο
Χάρε του λέω άσε με
ακόμα για να ζήσω
έχω γυναίκα και παιδιά μανούλα μου
πες μου πού θα τ’ αφήσω
Με βλέπει και χαμογελά
κι αρχίζω πια να σβήνω
μου λέει με δυνατή φωνή μανούλα μου
σε παίρνω δε σ’ αφήνω
|
Mes stis Pentélis ta vuná
sta pefka trigirízo
ton Cháro psáchno gia na vro manula mu
ma den ton egnorízo
Έna glikó ksiméroma
ton Cháro antamóno
mes tis Pentélis ta vuná manula mu
ke tu miló me póno
Cháre tu léo áse me
akóma gia na zíso
écho gineka ke pediá manula mu
pes mu pu tha t’ afíso
Me vlépi ke chamogelá
ki archízo pia na svíno
mu léi me dinatí foní manula mu
se perno de s’ afíno
|