|
Καημούς πολλούς πίκρες και πόνους έχω βρει
μέσα στη δόλια μου ζωή
μοίρα δε με πονάς γιατί παιδεύομαι
τι σου ‘φταιξα και καίγομαι,
ωωχ και καίγομαι
Με χτύπησαν βροχές, ανέμοι, μπόρες
για μιας γυναίκας απονιά
φτώχεια κι ορφάνια μ’ έκαναν να σέρνομαι
στη ξενιτιά να δέρνομαι,
ωωχ να δέρνομαι
Ρημάδι πια κατάντησε η ζωή μου
λειώνει το έρημο κορμί
Χάρε λυπήσου με εσύ και πάρε με
από τους πόνους βγάλε με,
ωωχ ορέ βγάλε με
|
Kaimus pollus píkres ke pónus écho vri
mésa sti dólia mu zoí
mira de me ponás giatí pedevome
ti su ‘fteksa ke kegome,
ooch ke kegome
Me chtípisan vrochés, anémi, bóres
gia mias ginekas aponiá
ftóchia ki orfánia m’ ékanan na sérnome
sti ksenitiá na dérnome,
ooch na dérnome
Rimádi pia katántise i zoí mu
lióni to érimo kormí
Cháre lipísu me esí ke páre me
apó tus pónus vgále me,
ooch oré vgále me
|