|
Απ’ τον καιρό που έμπλεξα χανούμι μου με σένα,
μέρα και νύχτα βρίσκουμαι με μάτια δακρυσμένα.
Που έμπλεξα στα χέρια σου, φρεγάτα ζηλεμένη
και μέρα-νύχτα βρίσκουμαι με την καρδιά καμένη.
-Αχ! Γεια σου, Καρίπη!
Τα μάτια σου τα νόστιμα όταν τα χαμηλώνεις,
όλου του κόσμου τις καρδιές, χανούμι, θανατώνεις.
Και με αυτές τις τσαχπινιές πολλές καρδιές ραΐζεις,
όποιος με σενάνε μπλεχτεί, φαρμάκι τον ποτίζεις.
-Γεια σου, Ογδόντα!
|
Ap’ ton keró pu ébleksa chanumi mu me séna,
méra ke níchta vrískume me mátia dakrisména.
Pu ébleksa sta chéria su, fregáta zileméni
ke méra-níchta vrískume me tin kardiá kaméni.
-Ach! Gia su, Karípi!
Ta mátia su ta nóstima ótan ta chamilónis,
ólu tu kósmu tis kardiés, chanumi, thanatónis.
Ke me aftés tis tsachpiniés pollés kardiés raΐzis,
ópios me senáne blechti, farmáki ton potízis.
-Gia su, Ogdónta!
|